STOP TTIP, STOP TISA και CETA

Από το 1990, επί προέδρου G.W.Bush, ξεκίνησαν οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση να διερευνούν το πλαίσιο συνεργασίας για την αποικοδόμηση και απορρύθμιση των εμποδίων στο διατλαντικό εμπόριο και να αναζητούν μια Διατλαντική Συμφωνία. Στις 8. Ιουλίου 2013 στην Ουάσινγκτον, ο αμερικανός Πρόεδρος Barak Obama και ο Πρόεδρος του ευρωπαϊκού Συμβουλίου Jose Manuel Barroso ανακοίνωσαν την αρχή των διαπραγματεύσεων για μια λεπτομερή τέτοια συμφωνία.

Ονομάσθηκε Διατλαντική Εταιρική Σχέση Εμπορίου και Επενδύσεων ή αλλιώς με τα αρχικά TTIP (Transatlantic Trade and Investment Partnership). Στο όνομα της απορρύθμισης της αγοράς, ΗΠΑ και ΕΕ διαπραγματεύονται κεκλεισμένων των θυρών με αδιαφάνεια.  Επισήμως, στοχεύουν στη διευκόλυνση των άμεσων επενδύσεων και στην εξάλειψη «περιττών γραφειοκρατικών εμποδίων». Ο κύριος στόχος της συμφωνίας  όμως είναι να παραμερίσει τις κανονιστικές ρυθμίσεις που αποτελούν «εμπόδιο» στην κερδοφορία των πολυεθνικών επιχειρήσεων. Στην πραγματικότητα, «εμπόδια» για την ΤΤΙP αποτελούν οι κοινωνικές κατακτήσεις των τελευταίων δεκαετιών (εργασιακά δικαιώματα, περιβαλλοντικές ρυθμίσεις, κανόνες ασφάλειας για τα τρόφιμα, προστασία των προσωπικών δεδομένων στο διαδίκτυο κ.ά).

Η προτεινόμενη ΤΤΙP συμφωνία θέλει να μεταβάλλει την ίδια τη θεσμική αρχιτεκτονική της ΕΕ υπέρ των πολυεθνικών εταιριών και κεφαλαίων, καθώς αφορά λιγότερο στο εμπόριο -οι αντίστοιχοι δασμοί είναι ήδη σημαντικά χαμηλοί- και περισσότερο σε ρυθμίσεις και εμπορικά πρότυπα, εταιρικά δικαιώματα και επενδυτικές εγγυήσεις.

Επιπλέον, με την ενσωμάτωση της ρύθμισης του Μηχανισμού διαιτησίας Επίλυσης Διαφορών μεταξύ Επενδυτών και Κρατών,  το περίφημο ISDS (Investor-State Dispute Settlement), τα εταιρικά συμφέροντα αποκτούν συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι των πολιτών και των τοπικών κοινωνιών. Έτσι, μόνο οι εταιρείες δύνανται να προσφύγουν εναντίον κυβερνήσεων και όχι το αντίθετο, παραβιάζοντας κατάφωρα θεμελιακές αρχές της δημοκρατίας τους , όπως η αρχή της ισότητας απέναντι στον νόμο. Κάθε νέα απαραίτητη νομοθεσία και ρυθμιστική παρέμβαση, θα επικυρώνεται μόνο όταν είναι σύμφωνη με την TTIP και όταν υιοθετεί τα εμπορικά συμφέροντα των ευρωπαϊκών και αμερικανικών πολυεθνικών εταιριών. Με την θεσμοθέτηση του Συμβουλίου ISDS δημιουργείται ένα τεράστιο δικαίωμα στο λόμπυ των εταιριών να αποκτήσουν μια καθοριστική θέση στην απόδοση του δικαίου. Όπως έχει καταγγελθεί ιδιωτικά δικαστήρια διαιτησίας, για την υποστήριξη των επενδυτών, θα επιδιώκουν να υποστηρίζουν τις καταγγελίες των εταιριών προς τα Κράτη, όταν αυτά θα σχεδιάζουν και θα υποστηρίζουν μέτρα για το καλό του συνόλου.

Στην ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στις 8 Ιουλίου, εγκρίθηκε ψήφισμα για τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων Ε.Ε. – ΗΠΑ. Υπό την πίεση όμως του ευρωπαϊκού κινήματος – που συγκέντρωσε πάνω από 2 εκατομμύρια υπογραφές μέσα από την «Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών» κατά της TTIP –  και προκειμένου να καμφθούν οι αντιδράσεις των ευρωβουλευτών, στο ψήφισμα υιοθετήθηκε η υπόδειξη να αντικατασταθεί ο ISDS «με έναν νέο μηχανισμό για την επίλυση των διαφορών μεταξύ επενδυτών και κρατών, που θα υπόκειται σε δημοκρατικές αρχές και έλεγχο, στο πλαίσιο του οποίου οι ενδεχόμενες υποθέσεις θα εξετάζονται με διαφάνεια από δημόσια διορισμένους, ανεξάρτητους επαγγελματίες δικαστές, σε δημόσιες δίκες, και θα περιλαμβάνει μηχανισμό άσκησης έφεσης που θα διασφαλίζει τη συνέπεια των δικαστικών αποφάσεων και τον σεβασμό της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της Ε.Ε. και των κρατών-μελών, όπου τα ιδιωτικά συμφέροντα δεν θα μπορούν να υπονομεύσουν τους στόχους της κρατικής πολιτικής».

Το χάπι χρυσώθηκε από το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, που έτσι και αλλιώς είναι συμβουλευτικό όργανο στην Ε.Ε. και δεν σημαίνει ότι το ψήφισμά του θα το ακολουθήσει και η Κομισιόν,  αλλά το «δικαίωμα» των πολυεθνικών να είναι το ίδιο κυρίαρχες με τα κράτη και τους λαούς έμεινε ανέπαφο.

Προωθείται όμως και μια άλλη συμφωνία, η TISA (Trade in Services Agreement). H E.E. διαπραγματεύεται, εντελώς μυστικά, με 23 άλλα κράτη – μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ, Ιαπωνία, Αυστραλία και Καναδάς- για την απελευθέρωση του εμπορίου των υπηρεσιών. Εδώ μπαίνουν στο στόχαστρο των εταιρειών και τα κοινωνικά και συλλογικά αγαθά μας, όπως η υγεία, η εκπαίδευση, οι τοπικές συγκοινωνίες, ο εφοδιασμός του νερού και τα δίκτυα ύδρευσης, οι κοινωφελείς υπηρεσίες. Με αυτή τη συμφωνία επιδιώκεται η παραπέρα ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών υπηρεσιών του κάθε κράτους και των θεσμών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (π.χ. των δημοτικών ή περιφερειακών νοσοκομείων, της διαχείρισης των σκουπιδιών και αποβλήτων, των δημοτικών επιχειρήσεων Υδροδότησης κλπ.). Ειδικά αποβλέπει και στο να είναι αδύνατη η επαναδημοτικοποίηση όσων δημοτικών υπηρεσιών έχουν ήδη ιδιωτικοποιηθεί. Επιδιώκεται επίσης και η καταστρατήγηση των δικαιωμάτων προστασίας των προσωπικών δεδομένων, όπως είναι η κατάσταση της υγείας των ασφαλισμένων πολιτών, το προφίλ των καταναλωτικών τους συνηθειών, οι τραπεζικοί λογαριασμοί τους κ.λπ. Επίσης έχει και σαν στόχο από τη μεριά των πιστωτικών οργανισμών και των φαντς να μην μπουν κανόνες στις Χρηματοπιστωτικές αγορές με το αιτιολογικό ότι αυτοί οι κανόνες μπορεί να στρέφονται ενάντια στο εμπόριο του χρήματος.

Από το 2009 παράλληλα έχουν αρχίσει και οι διαπραγματεύσεις για μια ευρωπαϊκή συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με τον Καναδά CETA (Comprehensive Economic and Trade Agreement). Με αυτήν απειλείται το νομικό σύστημα κάθε χώρας της Ε.Ε, από τις πολυεθνικές επιχειρήσεις. Αυτές θα μπορούν μέσω των θυγατρικών τους στον Καναδά να πηγαίνουν στα δικαστήρια τις χώρες, σε περίπτωση που αυτές με τους νόμους για την κοινωνική προστασία, την προστασία του περιβάλλοντος και των καταναλωτών θα μειώνουν τα κέρδη τους. Θα μπορούν για παράδειγμα πολυεθνικές όπως η Monsanto και η Exxon, να καταγγέλλουν στα δικαστήρια χώρες που απαγορεύουν τα μεταλλαγμένα ή το Fracking (μέθοδος Υδραυλικής διάρρηξης για την εξόρυξη του λιθοσφαιρικού αερίου που έχει σαν αποτέλεσμα τη ρύπανση του υδροφόρου ορίζοντα μεταξύ των άλλων επιπτώσεων).

Με τη CETA υποχρεώνεται η Ε.Ε και ο Καναδάς να μην αναιρούν πλέον τυχόν απορυθμίσεις ή ιδιωτικοποιήσεις που έχουν εφαρμόσει στο παρελθόν (ρήτρα «lock-in» ή «ratchet»). Όταν μια Κοινότητα, Δήμος ή Περιφέρεια ή και Κράτος ακόμα αποφασίσει να επαναφέρει στον δημόσιο τομέα ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις Κοινής Ωφέλειας, θα καταγγέλλεται από τους επενδυτές τους για διαφυγόντα κέρδη. Οι επαναδημοσιοποιήσεις απλά θα είναι πολύ ασύμφορες, αν όχι αδύνατες.

Σε παγκόσμιο επίπεδο είναι γνωστές ήδη 568 τέτοιες αγωγές στη βάση τέτοιων συμφωνιών. Οι αγωγές στρέφονται ενάντια σε περιβαλλοντικούς νόμους, σε νόμους για κατώτατους μισθούς και προστασίας της υγείας, ενάντια σε οδηγίες για περικοπές επιδοτήσεων, ενάντια σε ρυθμίσεις του τραπεζικού τομέα και σε μέτρα αποφυγής κρατικής πτώχευσης. Ο ίδιος ο Καναδάς είναι θύμα μιας τέτοιας περίπτωσης: η καναδέζικη επιχείρηση Lone Pine μετέφερε τα κεντρικά γραφεία της στις ΗΠΑ, για να μπορέσει να καταγγείλει ενώπιον διαιτητικού δικαστηρίου απαγόρευση σχετικά με το fracking στο Κεμπέκ. Η Γερμανία  σύρθηκε δύο φορές μέχρι τώρα σε ένα τέτοιο δικαστήριο. Η πολυεθνική ενέργειας Vattenfall διεκδικεί με επιτυχία την απόσυρση των περιβαλλοντικών κανονισμών για τη μονάδα ηλεκτροπαραγωγής καύσης άνθρακα στο Αμβούργο-Moorburg. Επιπλέον, ο σουηδικός ενεργειακός κολοσσός ζητά από τη Γερμανία 3,7 δισεκατομ. ευρώ ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη από τα πυρηνικά της εργοστάσια στη χώρα, λόγω της απόφασης της γερμανικής κυβέρνησης να καταργήσει την πυρηνική ενέργεια.

Από την άλλη το λόμπυ της πετρελαιοβιομηχανίας πιέζει για να συμφωνηθεί η CETA πριν έρθουν οι οδηγίες και οι θεσμισθούν οι κανόνες για τις εκπομπές διοξειδίου από τα καύσιμα , λόγω των συμφωνιών για την προστασία του κλίματος φέτος στην συνδιάσκεψη του Παρισιού. Γιατί αν μπει σε ισχύ η CETA, θα μπορούν π.χ. η Exxon ή η Chevron & Co να απαιτούν εύκολα την απόσυρση των κανόνων για τη προστασία του κλίματος, ώστε να εξάγουν το βρώμικο και ιδιαιτέρως υψηλών εκπομπών πετρέλαιό τους (Oilsands fuels) από τον Καναδά στην Ευρώπη, η οποία έχει υψηλά στάνταρτς όσον αφορά στις εκπομπές.

Θα σταθούμε ιδιαιτέρως στη νομοθεσία για τα τρόφιμα που μας ενδιαφέρει περισσότερο σαν χώρα Η νομοθεσία  για τα τρόφιμα στην Ευρώπη δεν είναι και ιδιαίτερα υψηλού επιπέδου και στην ουσία απαιτείται περαιτέρω θετική αναβάθμιση για την ασφάλεια στις επιλογές των παραγωγών και καταναλωτών. Στην Αμερική  είναι όμως ακόμη χειρότερα τα πράγματα, π.χ. για την αποφυγή του κινδύνου από τις σαλμονέλες, τα πουλερικά στα αμερικανικά σφαγεία απολυμαίνονται με χλώριο. Τα χλωριωμένα αυτά κοτόπουλα δεν επιθυμεί να εισάγει η Ευρώπη. Το ίδιο ισχύει και για τα Μεταλλαγμένα( γενετικά τροποποιημένα) προίόντα. Στις ΗΠΑ δεν υπάρχει ούτε καν σήμανση για περιεκτικότητα σε γ.τ. οργανισμούς.

Περίπου το 70% των τροφίμων που πωλούνται στα αμερικανικά σουπερμάρκετ περιέχουν γενετικά τροποποιημένα συστατικά (GMOs). Στο πλαίσιο αυτό, οι βιομηχανίες τροφίμων των ΗΠΑ έχουν αρχίσει να ασκούν πιέσεις και προσβλέπουν στην άμβλυνση των κανονισμών που ισχύουν στην Ευρώπη μέσω της TTIP, καθώς μέχρι στιγμής το 40% των προϊόντων τους δεν μπορούν να εισαχθούν στην ΕΕ. Ας σημειώσουμε ότι πρόσφατα, και υπό την ελληνική προεδρία της ΕΕ, η Κομισιόν επέτρεψε την καλλιέργεια γενετικά τροποποιημένων σπόρων εντός της Ένωσης. Στη συνέχεια έβγαλε οδηγία-σε συνεννόηση με τις ενδιαφερόμενες εταιρείες-ότι όποια χώρα θέλει μπορεί να τα απαγορεύσει, αρκεί στο νόμο που θα κάνει να μην αναφέρει λόγους προστασίας της υγείας των καταναλωτών και του περιβάλλοντος. Η προηγούμενη κυβέρνηση ετοίμαζε ένα τέτοιο νόμο για την απαγόρευση της καλλιέργειας των Γ.Τ.Ο., σύμφωνα με αυτή την οδηγία. Αλλά με την παραίτηση και την προκήρυξη των εκλογών, το θέμα πήγε στις καλένδες.

Η ευρωπαϊκή αγροτική πολιτική με μια απαράδεκτη μεθόδευση προωθεί για δεκαετίες τα βιομηχανοποιημένα αγροτικά προϊόντα με ανταγωνιστικές χαμηλές τιμές, υποβαθμίζοντας τα καλλιεργήσιμα εδάφη, τη ποιότητα του πόσιμου νερού, καταστρέφοντας την βιοποικιλότητα στη τοπική παραγωγή και τη ποιότητα των ειδών διατροφής, αλλά η εναρμόνιση των κανονισμών, μέσα από την οποία τα πρότυπα ασφαλείας τροφίμων της Ευρώπης θα πρέπει να μειωθούν στα επίπεδα των ΗΠΑ, θα χειροτερέψει ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Θα αρθούν όλοι, οι έστω και  ανεπαρκείς, περιορισμοί που έχει θέσει η Ευρώπη για τους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς, τα φυτοφάρμακα και τις ορμόνες βοδινού κρέατος κ.ά. Το ίδιο ισχύει και για τους περιβαλλοντικούς κανονισμούς, επιτρέποντας για παράδειγμα την εξόρυξη φυσικού αερίου με την επικίνδυνη μέθοδο fracking. Tα δικαιώματα των εργαζομένων θα μπορούσαν να μειωθούν στα πρότυπα των ΗΠΑ και οι επιχειρήσεις θα μπορούσαν να μετεγκατασταθούν σε πολιτείες των ΗΠΑ & των χωρών της Ευρώπης με τα χαμηλότερα πρότυπα εργασίας.

Οι υποστηρικτές της Διατλαντικής Συνθήκης (TTIP) χρησιμοποιούν το επιχείρημα για να παραπλανήσουν τη κοινή γνώμη, ότι δήθεν θα προσαρμοστούν μεταξύ των χωρών διάφορες τεχνικές προδιαγραφές, όπως το χρώμα των φλάς των αυτοκινήτων και η διπλή πιστοποίηση πολλών συσκευών. Κανείς δεν μπορεί να είναι αντίθετος – η σ’ αυτή την εξοικονόμηση κόστους απ’ αυτή την διαδικασία, αλλά για μια απλή προσαρμογή τεχνικών προδιαγραφών όμως δεν απαιτείται μια Διατλαντική Συνθήκη, γιατί όταν υπάρξουν διαφορές θα πρέπει να παραβιαστεί η ευρωπαϊκή νομοθεσία.

Έως τώρα οι ευρωπαϊκές υπηρεσίες είχαν βάλει κάποιους  περιορισμούς στο εισαγωγικό εμπόριο με βάση την ασφάλεια της υγείας καθώς και τις διατροφικές συνήθειες  των καταναλωτών. Επίσης είχαν βάλει π.χ. περιορισμούς στην ιδιωτικοποίηση του νερού, όπως επίσης και κάποια μέτρα για την προστασία των προσωπικών δεδομένων.

Μ’ αυτές τις συμφωνίες, αν περάσουν, όλα αυτά δεν θα είναι πλέον εφικτά.

Ενώ οι υποστηρικτές των συμφωνιών, οι οικονομικοί εκπρόσωποι των πολυεθνικών και οι πολιτικοί,  προπαγανδίζουν ότι με αυτές δεν θα θιγούν οι ισχύοντες προδιαγραφές για τους καταναλωτές, το περιβάλλον και τα κοινωνικά δικαιώματα, οι ευρωπαίοι πολίτες αρχίζουν να αντιδρούν. Σήμερα έχει δημιουργηθεί κίνημα εκατομμυρίων ανεξάρτητων πολιτών στην Ευρώπη που με πρώτη αντίδραση τις υπογραφές τους, στοχεύουν να εμποδίσουν την υλοποίηση αυτών των συμφωνιών. Είναι ένα κίνημα, που αντιτίθεται στις πολυεθνικές εταιρίες οι οποίες θέλουν να επιβάλουν ένα ρυθμιστικό πλαίσιο το οποίο θα υπηρετεί αποκλειστικά τα δικά τους συμφέροντα.

Στη χώρα μας το πολύμορφο αυτό κίνημα μόλις έχει αρχίσει να διαμορφώνεται. Ενημερώνει και δικτυώνεται προκειμένου να αντιμετωπίσει τη συντονισμένη επίθεση των αγορών ενάντια στα κοινωνικά κεκτημένα, την περιβαλλοντική προστασία και τους δημοκρατικούς θεσμούς, που προωθείται στο πλαίσιο της TTIP της TISA και της CETA. Στην πραγματικότητα οι διαπραγματεύσεις για τις συμφωνίες αυτές δεν είναι διαπραγματεύσεις ανάμεσα σε ανταγωνιζόμενους εμπορικούς εταίρους, αλλά επίθεση κατά των ευρωπαϊκών και αμερικανικών κοινωνιών εκ μέρους των υπερεθνικών επιχειρήσεων, οι οποίες επιδιώκουν την άρση των ρυθμιστικών φραγμών και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Η νέα κυβέρνηση στη χώρα, θα πρέπει να πιεσθεί από αυτό το κίνημα  να βάλει βέτο σε αυτές τις συμφωνίες, όσο είναι καιρός, γιατί αν περάσουν – όπως πάει να περάσουν «κεκλεισμένων των θυρών» – στο μέλλον δε θα μπορεί να αντιδράσει, γιατί δεχόμενη το νομικό πλαίσιο που θα τις στηρίζει, θα την πηγαίνουν στα δικαστήρια οι πολυεθνικές.

Αν θέλουμε υγιεινά αγροδιατροφικά προϊόντα για τον ντόπιο πληθυσμό και ταυτόχρονα έναν αγροδιατροφικό τομέα που να εξάγει με συγκριτικό πλεονέκτημα για τους ευρωπαίους πολίτες, ώστε να συμβάλει αποφασιστικά στο ξεπέρασμα της κρίσης και στην οικονομική αυτοδυναμία της χώρας μας, τότε θα πρέπει να μην επιτρέψουμε αυτές τις συμφωνίες. Η TTIP, η TISA και η CETA είναι σχέδια των πολυεθνικών, που πρέπει να μείνουν σχέδια και να μη προχωρήσουν. Η οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση προκύψει θα πρέπει να βάλει βέτο σε αυτές τις συμφωνίες όσο είναι καιρός, γιατί με αυτές χάνεται η κυριαρχία της χώρας.

topikopoiisi.com

FacebookTwitterGoogle+PinterestWordPressBlogger PostPrint