Ο Φάρος, Αντρέ Μπρετόν

 

light-house

Ήταν ο μαύρος καθρέφτης του αναρχισμού εκείνος που έκανε τον σουρεαλισμό να πρωτοαναγνωρίσει τον εαυτό του, πολύ πριν τον ορίσει, όταν ήταν μία ελεύθερη ένωση μεταξύ ατόμων η οποία αρνιόταν τα κοινωνικά και ηθικά δεσμά της εποχής της, αυθορμήτως και ολοσχερώς. Μία από τις πιο υψηλές σφαίρες μες στις οποίες θα συναντούσαμε ο ένας τον άλλον εκείνον τον καιρό, μετά τον πόλεμο του ’14, που η εγερτική δύναμή της δεν εξέλειψε ποτέ, ήταν η «μπαλάντα του Σόλνες» του Laurent Tailhade, η οποία καταλήγει ως εξής:

Κομμάτιασε τις καρδιές μας στ’ ανοιχτά

Αναρχία! Κομιστή δαυλών!

Διώξε τη νύχτα! Σύντριψε την αποφορά!

Και ανέβα ως τον ουρανό, με τα μνήματά μας έστω,

Ο Φάρος που δεσπόζει επί των κυμάτων!

Εκείνο τον καιρό, η σουρεαλιστική άρνηση ήταν ολική, και δεν μπορούσε επ’ ουδενί να επιτρέψει στον εαυτό της να καθοδηγείται σε πολιτικό επίπεδο. Όλοι οι θεσμοί στους οποίους στηριζόταν ο σύγχρονος κόσμος – και που έδειξαν την αξία τους στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο – θεωρούνταν χυδαίοι και σκανδαλώδεις από μας. Ολόκληρος ο αμυντικός μηχανισμός της κοινωνίας ήταν, πρώτα απ’ όλα, εκείνο στο οποίο επιτιθόμασταν: ο στρατός, η «δικαιοσύνη», η αστυνομία, η θρησκεία, η ψυχιατρική και η ιατρική, η εκπαίδευση. Εκείνο τον καιρό, τόσο οι συλλογικές διακηρύξεις όσο και τα ατομικά μας κείμενα (του Αραγκόν˙ του Αρτώ, του Κρεβάλ, του Ντεσνός και του Ελυάρ˙ του Έρνστ, του Λέιρις, του Μασόν, του Περέ, του Κενό και εμού του ιδίου) μαρτυρούσαν την κοινή προθυμία μας να δούμε να αναγνωρίζονται ως πανούκλες και να τα πολεμήσουμε ως πανούκλες. Αλλά για να τα πολεμήσουμε με κάποια πιθανότητα επιτυχίας ήταν αναγκαίο να επιτεθούμε στην ίδια την αρματωσιά τους, η οποία ήταν, σε τελική ανάλυση, λογικής και ηθικής φύσεως: ο επονομαζόμενος «ορθός λόγος» ο οποίος βρισκόταν στα στόματα όλων και, πίσω απ’ την τη φενακιστική επικεφαλίδα αυτή, κρυβόταν ο πιο κοινότοπος «κοινός νους», η πλαστοποιημένη ηθική που επέβαλε ο χριστιανισμός με σκοπό να αποθαρρύνει κάθε αντίσταση στην εκμετάλλευση των ανθρώπινων όντων.

Υπήρχε μία πύρινη εστία εκεί, ισχυρή – ήμασταν νέοι – και φρονώ πως πρέπει να επιμείνω στο γεγονός ότι κρατιόταν μονίμως ζωντανή από αυτά που βρίσκαμε μέσα στο έργο και τη ζωή των ποιητών:

Αναρχία! Κομιστή δαυλών!

είτε ονομαζόταν Ταιηλάντ (Tailhade) είτε Μποντλέρ, είτε Ρεμπό ή Τζαρί – τους οποίους έπρεπε όλοι οι ελευθεριακοί φίλοι μας να γνωρίζουν, όπως έπρεπε να γνωρίζουν τον Σαντ, τον Λωτρεαμόν και τον Σβομπ (του Livre de Monelle).

Γιατί όμως ήταν αδύνατο εκείνη την εποχή να γίνει μια οργανική ένωση μεταξύ των αμιγώς αναρχικών στοιχείων και των σουρεαλιστικών στοιχείων; διερωτώμαι ακόμα, είκοσι πέντε χρόνια αργότερα. Αναμφίβολα η ιδέα της αποτελεσματικότητας, η αυταπάτη της περιόδου εκείνης, έπαιξε τον αποφασιστικό ρόλο. Εκείνο που θεωρήσαμε ως «θρίαμβο» της Ρωσικής Επανάστασης και της έλευσης του «εργατικού κράτους» ήταν καθοριστικό στην αλλαγή της προοπτικής μας. Το μόνο μελανό σημείο – σημείο που έμελλε να γίνει ανεξίτηλη κηλίδα – συνίστατο στη συντριβή της εξέγερσης της Κροστάνδης, στις 18 Μαρτίου του 1921. Οι σουρεαλιστές δεν μπόρεσαν ποτέ να το ξεχάσουν αυτό τελείως. Παρόλα αυτά, περί το 1925 μόνο η [τροτσκιστική] Γ’ Διεθνής έμοιαζε να κατέχει τα απαιτούμενα μέσα για τον μετασχηματισμό του κόσμου. Είχε γίνει πιστευτό ότι τα σημάδια εκφυλισμού και καταστολής, τα οποία ήταν ήδη εύκολα αναγνωρίσιμα στην Ανατολή, θα μπορούσαν να αποτραπούν. Εκείνο τον καιρό οι σουρεαλιστές ήταν πεπεισμένοι ότι μια κοινωνική επανάσταση που θα εξαπλωνόταν σε κάθε χώρα δεν θα παρέλειπε να προτάξει έναν ελευθεριακό κόσμο (ορισμένοι λεν έναν σουρεαλιστικό κόσμο αλλά είναι το ίδιο πράγμα). Στις αρχές, όλοι συμμερίζονταν την οπτική αυτή, περιλαμβανομένων εκείνων (του Αραγκόν, του Ελυάρ κλπ) που, υστερότερα, εγκατέλειψαν το αρχικό ιδεώδες τους σε σημείο που να κάνουν αξιοζήλευτη καριέρα χάρη στον σταλινισμό (από τη σκοπιά των μπίζνεσμαν). Αλλά η ανθρώπινη επιθυμία και η ελπίδα δεν είναι ποτέ στο έλεος των προδοτών:

Διώξε τη νύχτα! Σύντριψε την αποφορά!

Έχουμε πλέον πλήρη επίγνωση της ανελέητης λεηλασίας, την οποία υπηρέτησαν οι ψευδαισθήσεις αυτές, κατά το δεύτερο μισό αυτού του αιώνα. Σ’ έναν φριχτό εμπαιγμό, ο ελευθεριακός κόσμος των ονείρων μας αντικαταστάθηκε από έναν κόσμο στον οποίο η δουλικότερη υπακοή είναι κάτι επιτακτικό, οι άνθρωποι στερούνται τα στοιχειωδέστερα δικαιώματά τους και ολόκληρη η κοινωνική ζωή περιστρέφεται γύρω απ’ τον μπάτσο και τον δήμιο. Όπως σ’ όλες τις περιπτώσεις όπου ένα ανθρώπινο ιδεώδες έχει υποστεί σε τέτοιο βαθμό διάβρωση, το μόνο αντίδοτο είναι η εκ νέου εντρύφηση στο μεγάλο ρεύμα συναισθημάτων που το γέννησε, να επιστρέψει στις βασικές αρχές που του επέτρεψαν να πάρει μορφή. Τώρα, που το κίνημα αυτό φτάνει στο τέλος του, είναι που θα συναντήσουμε τον αναρχισμό, και μόνον αυτόν. Είναι πιο αναγκαίο από ποτέ –όχι την καρικατούρα που παρουσιάζουν ή το σκιάχτρο που φτιάχνουν απ’ αυτόν– αλλά εκείνον που ο σύντροφος Φονταινί περιγράφει ως «τον σοσιαλισμό τον ίδιο, δηλαδή το μοντέρνο αίτημα για την αξιοπρέπεια των ανθρώπων (την ελευθερία και την ευημερία τους). Είναι σοσιαλισμός νοούμενος όχι ως μία απλή επίκληση κάποιου οικονομικού ή πολιτικού προβλήματος, αλλά ως έκφραση της επιθυμίας των εκμεταλλευομένων μαζών να δημιουργήσουν μια κοινωνία χωρίς τάξεις, χωρίς κράτος, μια κοινωνία όπου οι ανθρώπινες αξίες και επιθυμίες θα μπορούν να πραγματωθούν».

Αυτή η σύλληψη μιας εξέγερσης και μιας γενναιοδωρίας που είναι αδιαχώριστες η μία απ’ την άλλη και (με κάθε σεβασμό προς τον Αλμπέρτ Καμύ) κάθε μια απεριόριστη όσο και η άλλη, αυτή τη σύλληψη οι σουρεαλιστές την ενστερνίζονται, χωρίς επιφυλάξεις, σήμερα. Έχοντας κλείσει τους λογαριασμούς τους με την νεκρική θολούρα των καιρών αυτών, θεωρούν ως τον μόνο ικανό να τον αντικρύζουν όλο και περισσότερα μάτια κάθε στιγμή που περνά,

Τον Φάρο που δεσπόζει επί των κυμάτων!

11 Ιανουαρίου 1952

(μετάφραση: Λεωνίδας Μαρσιανός, πηγή: Πανοπτικόν τχ. 9, Ιούλιος 2006)

FacebookTwitterGoogle+PinterestWordPressBlogger PostPrint