Ολυμπιακοί του Rio 2016: Μερικές σκέψεις

rio-sand

του Νίκου Προγούλη

Βεβαίως, οι Ολυμπιακοί αγώνες αλλάζουν, δεν δεσμεύονται από το αρχαίο αθάνατο πνεύμα, που υποτίθεται ότι αναβιώνουν. Προϊόντα κι αυτοί ενός συγκεκριμένου πολιτισμού, όχι μόνο αναπαράγουν τις αξίες και τα μοτίβα του, αλλά πολλές φορές προηγούνται δείχνοντάς μας τάσεις του μέλλοντος.

Αθλητές, πατρίδες και σημαίες

Είναι ολοφάνερο ότι η στενή σχέση αθλητή – πατρίδας του παρελθόντος έχει διαρραγεί. Μέχρι πριν λίγες Ολυμπιάδες, οι αθλητές ήταν “εθνικοί”, και “ερασιτέχνες” δηλαδή προϊόντα μιας κρατικής προσπάθειας, με εθνικούς προπονητές, και κρατικά αθλητικά κέντρα, ενώ οι ίδιοι οι αθλητές επαγγελματικά, εμφανίζονταν σε δύο παραλλαγές: είτε ήταν στρατιωτικοί, αστυνομικοί, ταχυδρόμοι, ή υπάλληλοι άλλων δημοσίων οργανισμών, πράγμα που ίσχυε για τις περισσότερες χώρες, είτε ήταν “φοιτητές με υποτροφία”, κυρίως στις ΗΠΑ.

Όπως τα τελευταία χρόνια στον χώρο της εργασίας η υπαλληλική σχέση αντικαθίσταται σταδιακά από μια “ελεύθερη συνεργασία”, έτσι και πολλοί αθλητές γίνονται freelancers συνάπτοντας σχέσεις “υπηκοότητας” με τη χώρα εκείνη που πληρώνει περισσότερο.

Με άλλα λόγια, η εξέλιξη των εργασιακών σχέσεων στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον παρέχει το μοντέλλο που υιοθετείται και στον αθλητισμό.

Δεν χρειάζονται παραδείγματα, όποιος, έστω και ελάχιστα, παρακολούθησε τους τελευταίους Ολυμπιακούς αγώνες κατάλαβε και με το παραπάνω πόσο έχει γενικευτεί αυτό το φαινόμενο. Υπάρχουν χώρες που αντί να δημιουργήσουν τη δική τους υποδομή (δαπανηρό και χρονοβόρο εγχείρημα) αγοράζουν έτοιμους αθλητές από χώρες που για διαφόρους λόγους το έχουν κάνει αυτό στο παρελθόν, αλλά είτε δεν έχουν τα λεφτά να κρατήσουν τους αθλητές τους, είτε αυτοί περισσεύουν αφού μια χώρα εκπροσωπείται από 2-3 αθλητές μόνο σε κάθε μεγάλη διοργάνωση. Επίσης, υπάρχουν και χώρες που ενώ έχουν οι ίδιες άρτια αθλητική υποδομή δεν λένε όχι σε κάποιους ξένους super αθλητές – χρυσορυχεία μεταλλίων. Εννοείται ότι σε βάθος χρόνου οι πλουσιώτερες χώρες θα μαζεύουν όλο και περισσότερους αθλητές καθώς θα μπορούν να τους προσφέρουν περισσότερα.

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ υπάρχουν σχεδόν “ανεξάρτητοι” αθλητές, που λειτουργούν σαν εταιρείες. Απασχολούν μια ομάδα άλλων ελεύθερα εργαζομένων, πχ προπονητής, ατζέντης, φυσικοθεραπευτής, έχουν στρατηγικές συνεργασίες πχ με φαρμακευτικές εταιρείες, ή ιατρικές ομάδες, επιλέγουν επομένως τον τόπο εγκατάστασής τους με κριτήριο αυτές τις συνεργασίες και τις υποδομές που προσφέρονται. Βγάζουν τα έξοδά τους με ότι τρόπο μπορούν, που πάει να πει, ότι πέρα από τις όποιες κρατικές βοήθειες που ποτέ δεν λείπουν, πχ “υποτροφίες”, μαζεύουν λεφτά από συγκεκριμένους αγώνες που πληρώνουν για την κάθε συμμετοχή, όπως είναι τα διάφορα “Diamond League”, έχουν ως σπόνσορες φίρμες αθλητικών ειδών, κάνουν διαφημίσεις, κλπ. Τέτοια περίπτωση στα καθ΄ημάς είναι η Κατερίνα Στεφανίδη, καμμία έκπληξη που ζει και προπονείται στις ΗΠΑ.

Σε κάθε περίπτωση, νομίζω ότι οι τάσεις που περγράφω εδώ ταιριάζουν με το κυρίαρχο μοντέλο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Όπως οι “ταλαντούχοι” εργαζόμενοι πάνε σε όποια εταιρεία βρίσκουν τους ευνοϊκότερους όρους απασχόλησης, έτσι και οι αθλητές. Εφόσον οι εθνικοποιήσεις ξένων αθλητών έχουν γενικευτεί τόσο, οι Ολυμπιακοί διδάσκουν ότι ουσιασικά τα κράτη πρέπει να κατανοούνται σαν Corporations: το μεγαλύτερο θα απορροφήσει (αθλητικά) τα μικρότερα.

Ντόπινγκ και αντιντόπινγκ

Η κοινή γνώμη είναι πεπεισμένη ότι το ντόπινγκ είναι ένα από τα πολλά και μόνιμα σκάνδαλα των Ολυμπιακών. Όμως το πραγματικό σκάνδαλο δεν είναι το ντόπινγκ αλλά το, υποτιθέμενο, αντιντόπινγκ. Η υποκρισία στο ζήτημα αυτό είναι αξεπέραστη. Πρώτον, διότι όλοι ξέρουν ότι δεν γίνεται να κάνει κανείς πρωταθλητισμό χωρίς ντόπινγκ. Δεύτερον, διότι το σύστημα ωθεί με κάθε μέσον τους αθλητές στο ντόπινγκ. Αν το ντόπινγκ σταματούσε και γυρίζαμε σε αθλητικές επιδόσεις των αρχών του 20ου αιώνα, αυτό θα ήταν υπέροχο για τους ίδιους τους αθλητές και τον λαϊκό αθλητισμό που μπορεί να αγκαλιάσει πλατειές μάζες, αλλά τελείως αδιάφορο για το ίδιο το σύστημα που προβάλλει στον πρωταθλητισμό την εικόνα της ανταγωνιστικής οικονομίας. Ο νικητής στους αγώνες συμβολίζει την ανταγωνιστική επιχείρηση που συντρίβει τους αντιπάλους της και τα διαρκώς βελτιούμενα ρεκόρ αντιστοιχούν στο φαντασιακό της διαρκούς ανάπτυξης, που φέρνει τάχα ο καπιταλισμός, αλλά και ακόμη πιο αφαιρετικά, αντιστοιχεί στην διαφωτιστική “πρόοδο”. Γι΄αυτό και στους αγώνες αξία έχει μόνο ο πρώτος και όχι η συμμετοχή όπως υποκριτικά λέγεται. Η ιεραρχική κατάταξη των αθλητών και η αποθέωση του πρώτου, αποδίδει σε συμβολικό επίπεδο και εξωραίζει την κοινωνική και οικονομική ιεραρχία: οι “ικανοί” από πάνω, οι άλλοι από κάτω. Η νίκη με διαφορά εκατοστών του δευτερολέπτου ή του μέτρου, σημαίνει αθλητές πρακτικά ισάξιους, όμως η διαφορά στην ανταμοιβή του πρώτου σε σχέση με όλους τους άλλους είναι χαοτική. Τι άλλο πρέπει να κάνει το σύστημα για να πείσει τον αθλητή ότι είναι ηλίθιος αν δεν “βοηθηθεί” από κάποιες ουσίες ; Ακόμη και στην τελική κατάταξη των κρατών (το μεγάλο εθνικό διακύβευμα που συμβολικά αντιστοιχεί στη γεωπολιτική ισχύ) δεν λαμβάνεται υπόψιν η συμμετοχή που κάθε χώρα είχε στους αγώνες, ούτε καν ο αριθμός των μεταλλίων, αλλά ο αριθμός των χρυσών μεταλλίων. Έτσι, πχ στους Ολυμπιακούς του 2016, η Τζαμάικα με 11 μετάλλια, κατατάσσεται πάνω από τον Καναδά που έχει μαζέψει 22, διότι η Τζαμάικα έχει περισσότερα χρυσά.

Τότε τι ρόλο παίζει το αντιντόπινκγ ;

Είναι ένα εργαλείο ελέγχου της κατανομής των μεταλλίων και ακόμη σημαντικότερο, ένα εργαλείο ιδεολογικής προπαγάνδας. Για τον μέσο δυτικό πολίτη που έχει βομβαρδιστεί συστηματικά από τα ΜΜΕ, η εικόνα είναι η εξής: το ντόπινγκ, αφορά κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις αθλητών από δυτικές χώρες, αλλά ήταν ένα κρατικό project για τις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού και ειδικότερα για τις αθλήτριες της Ανατολικής Γερμανίας που σάρωναν τα πάντα. Η πραγματικότητα βεβαίως διαφέρει. Όπως είπαμε, δεν υπάρχει πρωταθλητισμός χωρίς ντόπινγκ, όμως εκείνος που προηγείται τεχνολογικά μπορεί να ξεφεύγει από τους ελέγχους, να χρησιμοποιεί ουσίες που ακόμη δεν έχουν περιληφθεί στους καταλόγους των απαγορευμένων ουσιών, κλπ. Επίσης, όποιος έχει τη δύναμη, μπορεί να κατευθύνει και να συγχρονίσει τους ελέγχους αντιντόπινγκ έτσι που να βγάλει “καθαρό” τον Α και “ντοπέ” τον Β αθλητή. Δεν έχει νόημα εδώ να μπούμε σε τεχνικές συζητήσεις, η γκάμα των αντιλήψεων περί του τι είναι “φυσιολογικό” και τι όχι στην εποχή της βιοτεχνολογίας, περί του τι είναι θεμιτό και τι αθέμιτο, είναι ατελείωτη.

Για να δώσω τη μεγάλη εικόνα θα παραφράσω μια γνωστή πρόταση του Καστοριάδη: “Ο θρόνος του άρχοντα των σημασιών περί ντόπινγκ, στέκεται πιο πάνω από τον θρόνο του άρχοντα των αναβολικών”. Οι ΗΠΑ το έχουν καταλάβει αυτό πολύ καλά και έχουν καθίσει στο τιμόνι ελέγχοντας τις “ανεξάρτητες αρχές” που, υποτίθεται ότι ελέγχουν το ντόπινγκ. Κατάφεραν το 2016, σε μια κίνηση που θυμίζει ψυχρό πόλεμο, να πετάξουν έξω από τους Ολυμπιακούς τους πιο σημαντικούς ρώσους αθλητές αποκλείοντας συνολικά τη ρωσική ομοσπονδία του στίβου, και ψαλιδίζοντας τις υπόλοιπες.

Ταυτόχρονα, η αμερικανική ομάδα μπάσκετ εδώ και πολλά χρόνια συμετέχει στους Ολυμπιακούς με επίσημη συμφωνία ότι δεν θα ελεγχεί για ντόπινγκ…

Οι ΗΠΑ

Σήμερα οι ΗΠΑ δυσκολεύονται να πείσουν πως είναι το αφεντικό του παρελθόντος. Αντί να ελέγξουν, δημιουργούν χάος όπου επεμβαίνουν, Ιράκ, Λιβύη, Συρία, καλά – καλά ούτε ένα πραξικόπημα στην Τουρκία δεν μπορούν πια να στήσουν. Συνεχίζουν βέβαια την προσπάθεια σε όλα τα πρακτικά πεδία, αλλά παράλληλα έχουν εντείνει το εθνικό marketing, (με άλλη διατύπωση στρέφονται σε ψυχολογικές υπερ-αναπληρώσεις, που θα έλεγε και ο Παναγιώτης Κονδύλης) και ξεχαρμανιάζουν στους Ολυμπιακούς. Είναι το μαγαζάκι τους. Οι πολυεθνικές τους κάνουν διάφορα κουμάντα, αλλά και η ομοσπονδία τους λύνει και δένει. Φέτος είδαμε κάτι πρωτοφανές: Τη γυναικεία ομάδα των ΗΠΑ στα 4 Χ 100 να περνάει με τον τσαμπουκά στον τελικό, τρέχοντας μόνη της !

Θα ήθελα να ξεκαθαρίσω κάτι: κάθε αγώνας είναι μοναδικός. Έχει τη “βία του γεγονότος”. Ότι γίνεται δεν ξεγίνεται και καταγράφεται ιστορικά. Βεβαίως και οι καλοί αθλητές έχουν τις περισσότερες πιθανότητες (ανάλογα πάντα με το άθλημα) αλλά κάθε αγώνας κρίνεται από πολλές συμπτώσεις, και κυρίως αλληλεπιδράσεις μεταξύ των αθλητών. Έτσι, βλέπουμε συχνά φαβορί να καταποντίζονται, πχ να σκοντάφτουν ή να μην αποδίδουν στην κρίσιμη στιγμή ή να τους προδίδει η τακτική που διάλεξαν σε συνδυασμό με τις τακτικές άλλων κλπ, και αθλητές που μετα βίας πέρασαν στον τελικό να κερδίζουν. Είναι τελείως αδύνατο να γνωρίζουμε αν ο ίδιος αγώνας επαναλαμβανόταν την επόμενη μέρα ποιά θα ήταν η κατάταξη. Με αυτή την έννοια, κάθε αγώνας γράφει μια ιστορία και η ιστορία γράφεται μια φορά. Φέτος οι ΗΠΑ αποφάσισαν να ξαναγραφτεί η ιστορία μέχρι να γραφτεί “σωστά”.

Οι Ολυμπιακοί αγώνες γίνονται όλο και περισσότερο μαγαζάκι των ΗΠΑ και αυτό φαίνεται στα μετάλλια των τελευταίων Ολυμπιακών καθώς οι ΗΠΑ απέχουν όλο και περισσότερο από τους υπόλοιπους. Θα αναφέρω τη συγκομιδή μεταλλίων (όχι μόνο των χρυσών),των τριών τελευταίων Ολυμπιακών για τις τρείς χώρες που προηγούνται: ΗΠΑ, Κίνα, Ρωσία.

2008: ΗΠΑ – 110, Κίνα – 100, Ρωσία – 71

2012: ΗΠΑ – 103, Κίνα – 88, Ρωσία – 77

2016: ΗΠΑ – 121, Κίνα – 70, Ρωσία – 56

Το 2016 μάλλιστα η Ρωσία με τους αποκλεισμούς έπεσε στην 4η θέση, πίσω και από την Αγγλία.

Αν τα πράγματα συνεχίσουν έτσι, ίσως κάποιες χώρες αποφασίσουν να μποϋκοτάρουν τους Ολυμπιακούς αγώνες και να μαζεύονται σε άλλους. Ωστόσο, οι Ολυμπιακοί αγώνες είναι ακόμη ένα δυνατό brand name, και δεν ξέρουμε πόσον καιρό θα πάρει για να αναδυθεί κάτι άλλο.

Γιατί όμως ασχολούμαστε με τους Ολυμπιακούς ;

Διότι μια σύγκλιση “προτιμήσεων” (με όποιον τρόπο κι αν συνέβει αυτό), τους έχει αναδείξει στους σημαντικότερους παγκόσμιους αθλητικούς αγώνες.

Και γιατί δεν γράφουμε τους αθλητικούς αγώνες συνολικά στα παλιά μας τα παπούτσια ; Μερικοί το κάνουν και μπράβο τους, ελπίζω να γίνονται όλο και περισσότεροι. Ωστόσο, πολλοί συγκινούνται γιατί υπάρχει κάτι πολύ δυνατό στον πυρήνα του αθλητικού θεάματος. Η κίνηση, η ένταση, η δύναμη, ο συναγωνισμός, η αμφίροπη κατάλληξη, είναι στοιχεία που συναρπάζουν. Τα νιάτα, η ομορφιά των αθλητών, η πλαστικότητα των κινήσεων, είναι στοιχεία που γοητεύουν. Σε ένα αθλητικό θέαμα συμπυκνώνονται σε μερικά δευτερόλεπτα προετοιμασίες πολλών χρόνων, πρόκειται για ένα απόσταγμα προσπάθειας και τεχνικής. Δύσκολο να μείνει κανείς αδιάφορος. Αυτή είναι βάση.

Επάνω σε αυτή τη βάση έρχονται να πατήσουν διάφορες ταυτίσεις από μέρους του θεατή. Η ταύτιση με τον νικητή, ή με τον “συμπατριώτη”, ακόμη και με τον ολότελα ξένο που όμως κρατάει τη δική του σημαία, κλπ.

Αυτή η ταύτιση του θεατή με τον αθλητή αλλά και του αθλητή με εκείνους που θεωρεί ότι εκπροσωπεί, είναι που δίνουν στους μεγάλους αγώνες τη δύναμη που έχουν. Κανείς αθλητής δεν συγκινείται τόσο όταν κάνει έναν αγώνα μόνο για τον εαυτό του. Αντίθετα, όταν φαντασιώνεται ότι εκπροσωπεί μια χώρα, τη “χώρα του”, η προσπάθειά του παίρνει στη συνείδησή του άλλες διαστάσεις. Για παράδειγμα, η γνωστή φράση “για την Ελλάδα, ρε γαμώτο” δεν σημαίνει ότι η Βούλα έκανε κάτι για την Ελλάδα και όχι για τον εαυτό της. Αντίθετα, μέσω της φαντασίωσης ότι εκπροσωπεί την Ελλάδα απολαμβάνει η ίδια μια ανάταση, έναν θρίαμβο, που δεν θα μπορούσε να βιώσει αν ήξερε ότι έτρεχε μόνο για πάρτυ της, πχ αν νικούσε ή έκανε παγκόσμιο ρεκορ σε αγώνες τύπου Diamond League.

Έτσι επανερχόμαστε στην περίπλοκη και αντιφατική σχέση που έχουν οι Ολυμπιακοί αγώνες και οι Ολυμπιακοί αθλητές με τις χώρες, τις πατρίδες και τις σημαίες. Οι Ολυμπιακοί αγώνες “παγκοσμιοποιούν” τον αθλητισμό: όχι μόνο έχουν σαν πρωταγωνιστές αθλητές – νομάδες αλλά φέτος πρωτο-εμφανίστηκε και η περίεργη κατηγορία των “αθλητών χωρίς πατρίδα”. Από την άλλη μεριά, οι Ολυμπιακοί αγώνες βασίζονται στις χώρες όχι μόνο για να καλύψουν τα υπέρογκα έξοδα που θα εισπράξουν οι εταιρείες που λυμαίνονται όλες αυτές τις διοργανώσεις, αλλά και γιατί χωρίς σημαίες και εθνικούς ύμνους ελάχιστοι θα ασχολούνταν μαζί τους.

Η περίπλοκη αυτή σχέση θυμίζει μια άλλη, τη σχέση κεφαλαίου και κράτους.

Τα κεφάλαια παριστάνουν ότι θέλουν να τελειώνουν με τα εθνικά κράτη, αλλά ξέρουν ότι χωρίς αυτά, δεν θα είχαν τόπο να σταθούν.

FacebookTwitterGoogle+PinterestWordPressBlogger PostPrint