Περί του φαινομένου Τραμπ

Η γενικευμένη αμηχανία μπροστά στις εξελίξεις

α) Η εύκολη λύση της ακατάσχετης φασιστολογίας

trump-rifle-Και ξαφνικά η 8η Νοεμβρίου 2016 σήμανε την έλευση της Αποκάλυψης: αύξηση των ψυχολογικών περιστατικών, ανάγκη ψυχολογικής συνδρομής και συμβουλευτικής εντός των «φιλελεύθερων» αμερικανικών πανεπιστημίων τη βραδιά της καταμέτρησης των ψήφων, αύξηση πωλήσεων των δυστοπικών μυθιστορημάτων και γενικώς ένα άνευ προηγουμένου παραλήρημα σε επίπεδο εκτίμησης της κατάστασης. Αυτό συνέβη διότι ο νεοϋορκέζος μεγιστάνας με την επιδεικτική του περιφρόνηση προς κάθε μορφή πολιτικής ορθότητας γίνεται αντιληπτός από τους οπαδούς της τελευταίας ως η ενσάρκωση του απόλυτου Κακού: ρατσιστής, μισογύνης, εθνικιστής, αμόρφωτος, αυταρχικός, «φασίστας». Ειδικά η φασιστολογία γνώρισε μεγάλες στιγμές δόξας, –μιας και παντού ακούμε και διαβάζουμε για τον φασίστα Τραμπ: τι ότι αντιπροσωπεύει μια νέα μορφή φασισμού[1], τι ότι πάσχει από «σύνδρομο του Χίτλερ», τι ότι είναι «ναζί» και «νεοφασίστας»[2] -και τι δεν ακούσαμε και είδαμε -μέχρι κι εξώφυλλο με αμφίεση τζιχαντιστή να αποκεφαλίζει το άγαλμα της Ελευθερίας[3].

Γιατί όμως ένας υποψήφιος της λαϊκής Δεξιάς (αλά αμερικανικά) να προκαλεί τέτοιες υπέρμετρες αντιδράσεις; Διότι η σημερινή Αριστερά, κατ’ ουσία νεολαιίστικη και ακαδημαϊκή, με «διανοούμενα» κι «εκλεπτυσμένα» γούστα έχει καταφέρει να υφάνει γύρω της, αρχής γενομένης απ’ τη δεκαετία του ’70, ένα αεροστεγές κουκούλι που της επέτρεπε, μέχρι πολύ πρόσφατα, ν’ αγνοεί πλήρως την πραγματικότητα. Εν προκειμένω το γεγονός πως υπάρχουν και λευκοί, αρσενικοί φτωχοί, θύματα εκμετάλλευσης και ανισότητας, οι οποίοι μάλιστα κάπου κάπου δεν αντέχουν άλλο να τους εμπαίζουν και αποφασίζουν να ψηφίσουν κάποιον θηλυκό ή αρσενικό ψευτόμαγκα για να «ανατρέψει το Σύστημα». Πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορούμε πλέον να περιστέλλουμε την ισότητα στην πολυπολιτισμική ανοιχτότητα απέναντι στην «ετερότητα», όπως επίσης και στον αντιρατσισμό: η ανισότητα δεν έχει ούτε χρώμα, ούτε φυλή, ούτε θρησκεία, ούτε πατρίδα. Κι ούτε ο «λευκός, δυτικός άντρας» είναι η πηγή όλων των κακών, όπως για δεκαετίες ολόκληρες προσπαθούν να μας πείσουν τα διάφορα ρεύματα μεταμοντέρνου φεμινισμού.

foto-tramp-karnavaliaΤο μόνο που έχουν καταφέρει όλες αυτές οι ιδεολογίες είναι να δημιουργήσουν μια φοβική νοοτροπία που κρύβεται πίσω από μεγαλόστομες εκφράσεις και ρητορείες. Στην πραγματικότητα, όμως, ο μεγάλος «προστατευόμενος χώρος» (κατά τα safe spaces των φεμινιστριών) της σύγχρονης Αριστεράς -δηλαδή των φορέων της «αντιπατριαρχικής» κι «αντιρατσιστικής» παράνοιας, που ξεκινά από τους διάφορους αντιφασίστες και φτάνει μέχρι τους πανεπιστημιακούς και τεχνοκράτες των ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται γύρω από το προσφυγικό- δεν είναι παρά η μεγαλύτερη ένδειξη της αποτυχίας τούτης της Αριστεράς και των αντίστοιχων αναρχικών χώρων ως ριζοσπαστικών πολιτικών χώρων που υποτίθεται πως ευαγγελίζονται την κοινωνική αλλαγή. Η πολιτική ορθότητα, που αποτελεί όχι απλώς τρόπο έκφρασης μα και αντιληπτικό σχήμα όλων αυτών των ομάδων, συνιστά, μέσω των γλωσσικών διορθώσεων που διαρκώς επιβάλλει, μια γενικότερη προσπάθεια «εξευγενισμού» της πραγματικότητας, άμβλυνσης των μυτερών της γωνιών και λείανση των προεξοχών της, ούτως ώστε να καταστεί πιο συμβατή με τις ιδέες της αντιαυταρχικής νοοτροπίας. Κι αν με αυτόν τον τρόπο η πραγματικότητα παρερμηνεύεται πλήρως, ας πάει και το παλιάμπελο! Η Κρίστιν Ρόουζεν, στο κείμενό της αυτού του τεύχους («Το smarm και η ζημιά που προκαλεί: ένα σχόλιο πάνω στον σύγχρονο τρόπο ζωής») δείχνει πώς τούτη η λογική οδηγεί σε μια ευθυγράμμιση με τη δικτατορία της «αισιοδοξίας» και της «θετικής σκέψης» που χαρακτηρίζει τις σημερινές κοινωνίες της κατανάλωσης. Το άρθρο που μεταφράζουμε δημοσιεύεται στο νεοσυντηρητικό περιοδικό Commentary, ωστόσο η κριτική της είναι απολύτως σωστή. Τελικά χρειάζεται κανείς ν’ αποταθεί στους νεοσυντηρητικούς για ν’ ακούσει και να διαβάσει πράγματα που κατά τα άλλα θα όφειλε να υποστηρίζει με κάθε τρόπο η σημερινή Αριστερά!trump6708

β) Η ανθρωπολογική πόλωση εντός της Δύσης

Όταν όμως η τελευταία έχει αναπτύξει μια τέτοια, παιδικού τύπου, νοοτροπία, απορρίπτοντας οτιδήποτε το «ενήλικο» (την ικανότητα να βλέπουμε την πραγματικότητα κατάματα, την ανοχή στην «ωμή» γλώσσα, την κοινή λογική, το ενδιαφέρον για το περιεχόμενο κι όχι για τη μορφή και τα «επιτελεστικά» καραγκιοζιλίκια), έχει απολέσει κάθε πιθανότητα να απευθυνθεί στην κοινωνία. Κι έτσι περιορίζεται στο να μιλά μόνο και μόνο για να αντλεί ηδονή από το άκουσμα των ίδιων της των λόγων.

Η παλιά αριστερή, λενινιστικού τύπου, απαξίωση των μαζών δεν οδήγησε ποτέ σε σύνδρομα ανθρωποφοβίας, καθώς τότε οι μάζες κρίνονταν μεν απαίδευτες κι ανίκανες να φτάσουν αφ εαυτών στην κατάκτηση της απαραίτητης επαναστατικής συνείδησης, ωστόσο όχι μόνο δε θεωρούνταν καταδικασμένες αλλά συνιστούσαν και στόχο προσηλυτισμού (ακριβώς επειδή ήταν οι «επαγγελματίες επαναστάτες» αυτοί που θα τους μεταβίβαζαν την επαναστατική συνείδηση). Αντίθετα, υπό την επίδραση της «αντιπατριαρχικής» ιδεολογίας των κινημάτων του ’60, ο σημερινός, μεταμοντέρνος αριστερισμός και αναρχισμός, περιφρονεί τις μάζες όχι απλώς για κάποια ανικανότητά τους ν’ απελευθερωθούν αλλά γι’ αυτό που είναι στην ίδια τους την ουσία. Κι έτσι από τον πατερναλισμό περνάμε στην απροκάλυπτη περιφρόνηση που φτάνει συχνά στα όρια του μίσους ή/και της φοβίας για τους «ρατσιστές» και τους «φασίστες» «μικροαστούς».

Δεν πρόκειται εδώ μόνο για τα έντυπα των διάφορων «ανθελληνικών» και λοιπών Αντιφά ομάδων του δύστυχου τούτου κόσμου, που βρίθουν εκφράσεων όπως «ελληνικός εμετός», «ρατσιστικός βόθρος» και διάφορα άλλα συναφή κι ωραία όταν αναφέρονται στην κοινωνία. Τέτοια ξεσπάσματα εφηβικής οργής συνιστούν απλώς τις πιο ακραίες εκδοχές όσων έχουν πιαστεί κατά καιρούς να λένε διαφόρων διαμετρημάτων αστέρες της παγκόσμιας τεχνοφιλελεύθερης διεθνούς. Πιο πρόσφατο παράδειγμα η Χίλαρι Κλίντον, κατά την τελευταία προεκλογική εκστρατεία, που χαρακτήρισε τους μισούς οπαδούς του Τραμπ ως «ένα μάτσο απαράδεκτους: ρατσιστές, σεξιστές, ομοφοβικούς, ξενοβοβικούς, ισλαμοφοβικούς κι ό,τι άλλο θέλετε»[4]. Αλλά κι οι γάλλοι Σοσιαλιστές δεν πάνε πίσω. Αρκεί να θυμηθούμε τον Ολάντ που αποκαλούσε «ξεδοντιάρηδες» τους φτωχούς κατοίκους των βορειοανατολικών νομών της χώρας αλλά κι έναν δήμαρχο του κόμματος, σε μια μικρή πόλη της περιοχής, ο οποίος, αμέσως μετά τον θρίαμβο του λεπενικού Εθνικού Μετώπου στην πόλη του, δήλωσε ότι θα παραιτηθεί -κάτι που έπραξε την επομένη- υπό το σκεπτικό ότι «δε θέλω ν’ αφιερώσω τη ζωή μου σε ηλίθιους»[5]. Αντίστοιχα, ο -προοδευτικών ιδεών (liberal)- κωμικός Μπιλ Μάερ απαντούσε προεκλογικά στην Κεϊλιάν Κόνγουεϊ, τη νυν εκπρόσωπο του Τραμπ, ότι ο τελευταίος ανέβαινε στις δημοσκοπήσεις, «επειδή ο κόσμος είναι ηλίθιος», ενώ ένα από τα συνθήματα της Πορείας των Γυναικών ενάντια στον Τραμπ ήταν το λογοπαίγνιο «να ξανακάνουμε την Αμερική έξυπνη (Make America Smart Again)».

usaekloges-trump3Τα παραδείγματα μπορούν εύκολα να πολλαπλασιαστούν. Αυτό που δεν αλλάζει είναι η σημασία τους: η βαθιά κι ακομπλεξάριστη περιφρόνηση που νιώθουν πλέον οι σημερινές «κοσμοπολίτικες» και προοδευτικές ολιγαρχίες των μεγάλων πόλεων για τους λαούς των χωρών τους. Αρκεί, εξάλλου, να θυμηθούμε τα σχόλια των φιλοευρωπαϊστών κατά την περίοδο του Μπρέξιτ, για να πεισθούμε ότι πρόκειται πλέον για φαινόμενο με καθολική ισχύ[6]. Ουσιαστικά πρόκειται για τις σύγχρονες «εξεγερμένες» ολιγαρχίες για τις οποίες μίλαγε ο Κρίστοφερ Λας: άρχοντα στρώματα που δεν ενδιαφέρονται τόσο να διευθύνουν τις κοινωνίες, όσο ν’ αποκοπούν από αυτές προκειμένου να χαρούν τα προνόμιά τους.

Αυτό που αντίθετα πρέπει εδώ να τονιστεί είναι το γεγονός πως οι σημερινές «ταξικές» αντιθέσεις αποκτούν έναν συνολικότερο, σχεδόν ανθρωπολογικό χαρακτήρα. Όπως παρατηρούσαμε με αφορμή το Μπρέξιτ, πλέον παρατηρείται μια σαφής τάση διαχωρισμού των μεγάλων πόλεων κάθε χώρας από τις μικρομεσαίες πόλεις της ενδοχώρας και την επαρχία, γενικότερα. Η διάκριση αυτή, που τείνει να λάβει χαρακτηριστικά ανοιχτής πόλωσης, έχει να κάνει με το γεγονός ότι στις πόλεις συγκεντρώνονται πλέον οι εκπρόσωποι της παγκοσμιοποίησης και της νέας, μεταβιομηχανικής οικονομίας (σε οικονομικό επίπεδο) αλλά και της μεταμοντέρνας, χιπστερο-πολυπολιτισμικής ιδεολογίας (σε πολιτιστικό-ανθρωπολογικό επίπεδο). Αντίθετα, στη φτωχή ενδοχώρα διαβιούν τα θύματα της νέας οικονομίας, οι στρατιές των ανέργων και όλων όσοι ζουν με τα προνοιακά επιδόματα κι είναι ακόμη φορείς λαϊκών ηθών αλλά και αρετών που γεννήθηκαν εντός του αστικού κόσμου: πρόσδεση στον γενέθλιο τόπο, σεβασμός της συσσωρευμένης εμπειρίας, αγάπη για την πατρίδα κ.λπ. Πρόκειται για όλες αυτές τις μάζες των ξεχασμένων πρώην βιομηχανικών εργατών οι οποίοι, πέραν του ότι καταδικάστηκαν σταδιακά σε μια χρόνια και μόνιμη ανεργία, έχουν να υφίστανται την ανοιχτή περιφρόνηση των κοσμοπολίτικων ελίτ των πόλεων, οι οποίες τους χαρακτηρίζουν διαρκώς ως καθυστερημένους και ανίκανους για «καινοτομία», ως «ρατσιστές» και «φασίστες».

γ) Το τεχνοφιλελεύθερο πρόταγμα

US-HALLOWEEN-DOG-PARADE

Τόσο στην περίπτωση του Μπρέξιτ (όπου υπέρ της εξόδου της Βρετανίας από την ΕΕ ψήφισε η ενδοχώρα και εναντίον το Λονδίνο με τις υπόλοιπες μεγάλες πόλεις) όσο και στην περίπτωση του Τραμπ (με τον θρίαμβο του τελευταίου στις μικρές και μεσαίες πόλεις) και της Λεπέν (με τα αποτελέσματα του πρώτου γύρου των γαλλικών Προεδρικών εκλογών να δείχνουν τις μεγάλες και οικονομικά ευημερούσες γαλλικές πόλεις να επιπλέουν σα νησίδες σε μια θάλασσα Εθνικού Μετώπου) έχουμε την επανάληψη του ίδιου σεναρίου: η ξεχασμένη ενδοχώρα εξεγείρεται ενάντια στην εκλεπτυσμένη και «ανοιχτόμυαλη» (δηλαδή τεχνοφιλελεύθερη) ολιγαρχία των μεγάλων αστικών κέντρων ψηφίζοντας δεξιούς λαϊκιστές με πατριωτικό και αντιπαγκοσμιοποιητικό λόγο. Και από την άλλη πλευρά, οι μεγάλες πόλεις συνασπίζονται πίσω από υποψηφίους σαν τον Ομπάμα, τη Χίλαρι και τον Μακρόν οι οποίοι εκφράζουν την τεχνοφιλελεύθερη και προοδευτική γραμμή ενός νεοφιλελευθερισμού με ανθρώπινο πρόσωπο κι οικολογικές ευαισθησίες: ώθηση στη μεταβιομηχανική οικονομία (δηλαδή στη Γουόλ Στριτ, τη Σίλικον Βάλεϊ και τα μεγάλα πανεπιστήμια) η οποία -υποτίθεται πως- δε μολύνει το περιβάλλον, αντιρατσισμός και φιλανθρωπία. Κι όλα αυτά περασμένα μ’ ένα βερνίκι «αξιοκρατίας» και «γνώσης». Πρόκειται για έναν χίπστερ σοσιαλφιλελευθερισμό ο οποίος έχει ως πολιτικό του πρόγραμμα τη συμμαχία των εκλεπτυσμένων ολιγαρχών της «οικονομίας της γνώσης» με τις μειονότητες και τους μετανάστες, οι οποίοι συνιστούν το υπηρετικό της προσωπικό (καθαρίστριες, νοσοκόμες, υδραυλικοί, μάγειρες, ντελίβερι, ταξιτζήδες, νταντάδες κ.ο.κ.) εντός των μεγάλων, «global» αστικών κέντρων. Αυτή τη στρατηγική, όπως εξηγεί ο Τόμας Φρανκ (στο κείμενό του που μεταφράζουμε σε αυτό το τεύχους) οι Δημοκρατικοί «σύμβουλοι» την προωθούν σταθερά από τη δεκαετία του ’70, μιας και συνιστά αντανάκλαση των κινημάτων της δεκαετίας του ’60 από τα οποία προέρχεται αυτή η γενιά πολιτικών[7]: συμμαχία της σπουδάζουσας κι «εκλεπτυσμένης» λευκής νεολαίας με τις μειονότητες, τις γυναίκες και τον ΛΟΑΤ κόσμο. Αυτό ακριβώς που συνιστά σήμερα το πρόταγμα των Δημοκρατικών, του Σοσιαλιστικού Κόμματος στη Γαλλία και φυσικά του Μακρόν. Με τη μόνη διαφορά ότι οι πάλαι ποτέ «εξεγερμένοι» φοιτητές είναι πλέον βασικά γρανάζια της οικονομικής, πολιτικής και ακαδημαϊκής ολιγαρχίας. Πρόκειται για το πέρασμα της σοσιαλδημοκρατίας και του προοδευτισμού από μια «ταξική στρατηγική» σε μια «στρατηγική αξιών», όπως το έθετε μια περίφημη έκθεση του επίσημου θινκ τανκ του γαλλικού ΣΚ, Terra Nova, καλώντας το κόμμα να κόψει τους παραδοσιακούς του δεσμούς με την εργατική τάξη[8]. Δεν πρέπει να λησμονούμε άλλωστε ότι ο σέξι και «χαρισματικός» Ομπάμα είχε απορρίψει μια υποψήφιο για τη θέση της αρχισυμβούλου οικονομικής πολιτικής επειδή το 1992 είχε μιλήσει για «αναδιανομή» του πλούτου[9].

Το πρόταγμα των Δημοκρατικών θα πρέπει να λογίζεται ως το εξής: μια πολυπολιτισμική κεντρική εξουσία στα χέρια φωτισμένων λευκών τεχνοκρατών που θα στηρίζεται στις εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες, τις οποίες θα χρησιμοποιεί ως πολιτική πελατεία πετώντας τους ξεροκόμματα (συμβολικού τύπου νομοθετήματα κατά κύριο λόγο συν ορισμένα μέτρα θετικών διακρίσεων). Και σε αυτή όμως, ακόμα, την περίπτωση φανερώνεται η ίδια αποστασιοποίηση και αποκοπή από την κοινωνία. Διότι οι διάφορες μειονότητες δε γίνονται αντιληπτές ως δυνάμει αυτόνομα υποκείμενα, ικανά να συμμετάσχουν εξίσου στην πολιτική ζωή της κοινωνίας, αλλά ως πελατειακές ομάδες που έχουν ανάγκη την προστασία και την αρωγή κάποιας φωτισμένης πρωτοπορίας -είτε πρόκειται για την τεχνο-γραφειοκρατική βοήθεια, στην περίπτωση της προοδευτικής ολιγαρχίας, είτε για «κινηματική» προστασία, στην περίπτωση της Αριστεράς και των αναρχικών. Εμείς με κάθε ευκαιρία τονίζουμε τη σημασία του αντιμικροαστισμού των κινημάτων του ’60 στη διαμόρφωση τούτης της φοβικής μα και ταυτόχρονα ελιτίστικης στάσης απέναντι στην κοινωνία. Θα πρέπει όμως να λάβουμε υπόψη και τις σχετικές ενοράσεις του Τζορτζ Όργουελ και του Κρίστοφερ Λας σχετικά με τον εξίσου καίριο ρόλο που έπαιξε η «κοσμοπολίτικη» και «φωτισμένη» λογική των προοδευτικών και αριστερών διανοούμενων ήδη από αρκετά παλιότερα. Στο κείμενό του που μεταφράζουμε σε αυτό το τεύχος («Χίλαρι Κλίντον, η σωτήρας των παιδιών»), εξάλλου, ο Λας δείχνει, με αφορμή την περίπτωση της Χίλαρι Κλίντον, πώς ο προοδευτισμός κι ο απορρέων από αυτόν τεχνοκρατισμός μπορεί χωρίς το παραμικρό πρόβλημα να μοιράζεται τις εμμονές του αντιαυταρχικού φαντασιακού. Αντίστοιχα, ο Ν. Κασφίκης παρουσιάζει και αναλύει την κριτική του Όργουελ στην αριστερή και προοδευτική διανόηση της εποχής του[10].

 trumb-hair-650-800x547

[1] «Ίσως είναι η στιγμή να διακρίνουμε μεταξύ παλαιών και νέων φασισμών. Βασικό σημείο αναφοράς παραμένουν οι μορφές ευρωπαϊκού φασισμού των μέσων του εικοστού αιώνα. Με τον Τραμπ έχουμε μια διαφορετική κατάσταση, την οποία όμως θα εξακολουθούσα να αποκαλώ φασιστική. Η φασιστική στιγμή έρχεται όταν ο Τραμπ επιφυλάσσει στον εαυτό του την εξουσία να απελάσει εκατομμύρια ανθρώπους ή να βάλει τη Χίλαρι στη φυλακή μόλις αναλάβει καθήκοντα (αυτό το πήρε πίσω τώρα), να σπάζει εμπορικές συμφωνίες κατά το δοκούν, να προσβάλλει την κυβέρνηση της Κίνας, να ζητά την επαναφορά του εικονικού πνιγμού και άλλων τρόπων βασανιστηρίων. […] Κανείς δεν είναι σίγουρος ότι έχει διαβάσει το Σύνταγμα ή ότι ενδιαφέρεται καν γι’ αυτό. Η αλαζονική αυτή αδιαφορία είναι κάτι που ελκύει κόσμο προς αυτόν. Και αυτό είναι φασιστικό φαινόμενο. Αν κάνει πράξεις τα λόγια του, τότε θα έχουμε μια φασιστική κυβέρνηση» (Τζ. Μπάτλερ, «Γιατί ο Τραμπ αποτελεί φασιστικό φαινόμενο», www.nomadicuniversality.com, 23/1/2017).

[2] J. Cowley, “In the age of reaction, a neo-fascist has taken the White House”, newstateman.com, 9/11/2016.

[3] Εξώφυλλο του γερμανικού Spiegel (4/2/2017).

[4] S. Mehta, “Campaign 2016 updates: Republicans pounce upon Clinton ‘deplorables’ remark. She apologizes. Sort of.”, http://www.latimes.com, 10/9/2016.

[5] Πρόκειται για τον Daniel Delomez, δήμαρχο του Annezin (σύμφωνα με τον Canard Enchaîné της  26ης/4/2017).

[6] Βλ. το «Μπρέξιτ από ανθρωπολογική και γεωπολιτική σκοπιά» (protagma.wordpress.com)

[7] Ας μην ξεχνάμε ότι ο Κλίντον κι ο Ομπάμα υπήρξαν οι πρώτοι Πρόεδροι προερχόμενοι από τους baby boomers, τη γενιά που πρωταγωνίστησε στα νεολαιίστικα κινήματα εκείνων των δεκαετιών.

[8] Βλ. το άρθρο του διευθυντή του εν λόγω θινκ τανκ, Olivier Ferrand, « Gauche : d’une stratégie de classe à une stratégie de valeurs », Le Monde, 9/6/2011.

[9] Βλ. J. Harwood, “Don’t Dare Call the Health Law ‘Redistribution’”, The New York Times, 23/11/2013.

[10] Βλ. τις βιβλιοκριτικές αυτού του τεύχους.

(προδημοσίευση – απόσπασμα από το editorial του επερχόμενου, 10ου τεύχους του Προτάγματος)

Πηγή:

https://protagma.wordpress.com

FacebookTwitterGoogle+PinterestWordPressBlogger PostPrint